Η διεθνής κοινότητα βρίσκεται μπροστά σε μια κρίση αθόρυβη αλλά τεταμένη. Νέα εκτενής έρευνα του Πανεπιστημίου Columbia προειδοποιεί για ραγδαία επιδείνωση της ψυχικής υγείας των νέων σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η μελέτη επεξεργάστηκε στοιχεία από 50.000 άτομα σε 92 χώρες και δείχνει ότι οι νεότερες γενιές δεν έχουν πια βασικά στοιχεία ευεξίας, όπως τη ζωτικότητα και την ψυχική ανθεκτικότητα.
Το ψυχικό αυτό αδιέξοδο δεν μένει στον ιδιωτικό χώρο. Έχει γίνει καύσιμο για κοινωνική έκρηξη.
Από τις φοιτητικές εστίες του Παρισιού ως τους δρόμους της Αθήνας, του Βερολίνου και του Μιλάνου, η νέα γενιά κινητοποιείται και αντιδρά έντονα στο διαρκές άγχος, την εργασιακή εξουθένωση και την οικονομική αβεβαιότητα.
Οι νέοι της Ευρώπης δεν δέχονται συμβιβασμό με ένα μέλλον χαμηλών προσδοκιών.
Σε ευθυγράμμιση με τις δραματικές προειδοποιήσεις των επιστημόνων, κάνουν την υπαρξιακή απογοήτευση συλλογική και οργισμένη διαμαρτυρία. Βγαίνουν στους δρόμους και ζητούν από τους ηγέτες άμεσες, ριζικές πολιτικές δεσμεύσεις για την προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειάς τους.
Στη ρίζα του προβλήματος βρίσκεται το αίσθημα εγκλωβισμού σε ένα παρόν γεμάτο burnout και ανασφάλεια. Οι νέοι έχουν πάψει να εμπιστεύονται ότι το μέλλον θα τους δώσει σταθερότητα και ευκαιρίες.
Τα ευρήματα της μελέτης
Σε παγκόσμια κλίμακα η ψυχική υγεία εμφανίζεται εξασθενημένη, ιδίως στους νέους. Για τους ηλικιωμένους, αντίθετα, η μελέτη εντόπισε θετικά σημάδια.
Τα αποτελέσματα δημοσιεύονται στο περιοδικό Social Indicators Research.
«Τα ευρήματα αυτά είναι κάτι παραπάνω από απλό σήμα προς όσους χαράσσουν πολιτική και οφείλουν να προσφέρουν τις λύσεις που χρειάζονται ώστε να βελτιωθεί η ψυχική υγεία των νέων ή όσων αγωνίζονται να τα βγάλουν πέρα», δηλώνει ο Κάι Ρουγκέρι, κύριος συγγραφέας και καθηγητής πολιτικής και διαχείρισης υγείας στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Κολούμπια.
«Στην πράξη πρόκειται για κόκκινο φως που αναβοσβήνει, γιατί ολόκληροι πληθυσμοί δοκιμάζονται ήδη και νιώθουν ότι η ανθεκτικότητά τους έχει υποχωρήσει αισθητά. Δεν είναι μόνο ανησυχία για ένα αβέβαιο μέλλον. Οι ηγέτες δεν μπορούν πια να καταφεύγουν σε αόριστες κοινοτοπίες που αφήνουν να εννοηθούν επενδύσεις σε πρωτοβουλίες ψυχικής υγείας χωρίς συγκεκριμένο περιεχόμενο», προσθέτει.
Όπως αναφέρει, οι πολιτικοί χρειάζεται να αναλάβουν συγκεκριμένες δεσμεύσεις για ουσιαστικές δράσεις:
- να κατοχυρώσουν τα μέσα διαβίωσης μπροστά στις απώλειες θέσεων εργασίας που προκαλεί η Τεχνητή Νοημοσύνη,
- να αντιμετωπίσουν τους παράγοντες που οδηγούν σε επαγγελματική εξουθένωση τους νέους και τους πληθυσμούς σε ηλικία εργασίας και
- να πάρουν μέτρα που θα δημιουργήσουν εμπιστοσύνη για τις ευκαιρίες του μέλλοντος.
«Όλα αυτά», συμπληρώνει, «πρέπει να στηριχθούν με καλύτερη πρόσβαση στη φροντίδα για ψυχικές ασθένειες. Αν δεν τηρηθεί αυτό, η απειλή δεν αφορά μόνο το μέλλον, αλλά και το εδώ και τώρα», καταλήγει ο Ρουγκέρι.
Η έρευνα διεξήχθη κυρίως μέσω διαδικτύου. Στους ερωτηθέντες τέθηκαν 10 ερωτήσεις για την ψυχική υγεία, που κατέγραψαν ποικιλία διαστάσεων, ανάμεσά τους αισθήματα ικανότητας, αισιοδοξίας, αυτοεκτίμησης, θετικού συναισθήματος, δέσμευσης και ζωντάνιας. Ακολούθησαν πρόσθετες μετρήσεις συχνών ψυχικών διαταραχών, όπως το στρες, η κατάθλιψη και το άγχος, μαζί με τη συνολική ικανοποίηση από τη ζωή. Οι ερευνητές συγκέντρωσαν επίσης δημογραφικά στοιχεία για την ηλικία, το φύλο, τον πλούτο, την απασχόληση και άλλα.
Το κενό αισιοδοξίας
Την υψηλότερη βαθμολογία συγκέντρωσαν οι διαστάσεις των σχέσεων, του νοήματος, της ικανότητας, της δέσμευσης και της αυτοεκτίμησης.
Το εύρημα μπορεί να δείχνει ότι οι άνθρωποι αξιολογούν θετικά τον εαυτό τους, ενώ στέκονται αρνητικά σε εξωτερικούς παράγοντες που μειώνουν την ευημερία τους.
Μπορεί, δηλαδή, να νιώθουν γενικά θετικά για τις προσωπικές τους συνθήκες και εμπειρίες. Γεγονότα όμως έξω από τον έλεγχό τους, όπως η πολιτική και οικονομική αστάθεια, τους προκαλούν σοβαρή βλάβη: φόβο, άγχος και επαγγελματική εξουθένωση.
Η εικόνα αυτή συμβαδίζει με αναφορές για «κενά αισιοδοξίας», ανάμεσα σε ό,τι βλέπουν οι άνθρωποι για τη δική τους ζωή και σε ό,τι βλέπουν για την κοινωνία συνολικά.
Εισόδημα, μόρφωση, εργασία και συνθήκες ζωής
Όσοι εργάζονταν και όσοι είχαν υψηλότερα εισοδήματα έτειναν να έχουν καλύτερη ψυχική υγεία και ευεξία. Όριο δεν υπήρχε. Όσο περισσότερους πόρους διέθετε κάποιος, τόσο καλύτερα ήταν τα αποτελέσματα.
Σε αντίθεση με αφηγήσεις για φθίνουσα αξία της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, η κατοχή δευτεροβάθμιας ή χαμηλότερης εκπαίδευσης συνδέθηκε με χαμηλότερη ευημερία σε πολλές χώρες.
Κάθε πρόσθετο επίπεδο μόρφωσης αντιστοιχούσε σε υψηλότερες βαθμολογίες ψυχικής υγείας και ευεξίας.
Ωφέλησε επίσης το να μην ζει κανείς μόνος. Τα μεγαλύτερα νοικοκυριά ανέφεραν υψηλότερες βαθμολογίες. Παρομοίως, όσοι εργάζονταν σε υβριδικές ρυθμίσεις σημείωσαν καλύτερη βαθμολογία από όσους βρίσκονταν σε πλήρως απομακρυσμένες θέσεις.
Οι συγγραφείς της μελέτης εικάζουν ότι ορισμένοι νέοι που προσφέρθηκαν εθελοντικά να συμμετάσχουν ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν ακριβώς επειδή αισθάνονται ότι οι ανησυχίες τους για την ψυχική υγεία δεν έχουν αντιμετωπιστεί.
Αντίστοιχα, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία συμμετέχοντες μπορεί να ήταν εκείνοι που μπορούσαν ευκολότερα να το κάνουν, λόγω της συνολικής συνδεσιμότητας, δηλαδή του τρόπου με τον οποίο ενημερώθηκαν εξαρχής για την έρευνα, και των επιπέδων ζωτικότητας, αφού χρειάστηκε ενέργεια και κίνητρο για να ολοκληρωθεί το ερωτηματολόγιο.
Οι παράγοντες αυτοί, πάντως, δεν αρκούν από μόνοι τους για να εξηγήσουν ολόκληρο το αποτέλεσμα σε ένα τόσο μεγάλο δείγμα, καταλήγουν οι συγγραφείς.

































